σασεπό

το, Ν
είδος πυροβόλου όπλου που χρησιμοποίησαν οι Γάλλοι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chassepot, από το όνομα τού Γάλλου οπλοποιού Chassepot, που κατασκεύασε αυτόν τον τύπο πυροβόλου].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.